SHOUT “Report to my son”

THE SHOUT a musical (oratorio) performance based on ‘   – Report to Greco.

World tour starts in New York and for the period February 12 – March 15, the show will be staged at the , with subsequent destinations as San Francisco, Los Angeles and Chicago in the States and then in Montreal and Toronto in Canada and Sydney and Melbourne in Australia. Spring 2015 the show will be staged in Athens with subsequent destinations Crete and Cyprus.





As Kazantzakis himself says,

“You shall never be able to establish in words that you live in ecstasy. But struggle unceasingly to establish it in words. Battle with myths, with comparisons, with allegories, with rare and common words, with exclamations and rhymes, to embody it in flesh, to transfix it! God, the Great Ecstatic, works in the same way. He speaks and struggles to speak in every way He can, with seas and with fires, with colors, with wings, with horns, with claws, with constellations and butterflies, that he may establish His ecstasy”.

SG takes the form of a prophet’s plea to change our conception of God so that we can live better. Kazantzakis assumes there’s a difference between the esoteric and the exoteric, between the unknowable mystical truth and the mere masks of God. And Kazantzakis’s vision of divinity is quite peculiar. It reminds me of the myth of Sisyphus. Whereas the mainstream monotheistic idea is that God is a flawless person, Kazantzakis says that God is imperfect, that he’s a vagabond who struggles between two eternally opposing forces, one Asics Gel Outlet pulling him down into entropy and lifelessness and the other Nike Huarache Outlet raising him up to freedom.


My own body, and all the visible world, all heaven and earth, are the gravestone which God is struggling to heave upward…God struggles in every thing, his hands flung upward toward the light. What light? Beyond and above every thing!…

God cries to my heart: “Save me!”

God cries to men, to animals, to plants, to matter: “Save me!”
Listen to your heart and follow him. Shatter your body and awake: We are all one…

So may the enterprise of the Universe, for an ephemeral moment, for as long as you are alive, become your own enterprise. This, Comrades, is our new Decalogue.





“He struggled, Chaussures Reebok Pas Cher therefore, with the only tools he had, pen and paper, striving to purify his style, dreaming of a new theology, a new religion of political action in which the dogmatic, teleological God of the Christians would be dethroned to be replaced by dedication to the theory of an evolutionary and spiritual refinement of matter.”




These two armies, the dark and the light, the armies of life and of death, collide eternally. The visible signs of this collision are, for us, plants, animals, men. The antithetical powers collide eternally; they meet, fight, conquer and are conquered, become reconciled for a brief moment, and then begin to battle again throughout the Universe – from the invisible whirlpool in a drop of water to the endless cataclysm of stars in the Galaxy. Even the most Asics Gel Pas Cher humble insect and the most insignificant idea are the military encampments of God. Within them, all of God is arranged in fighting position for a critical battle.
Even in the most meaningless particle of earth and sky I hear God crying out: “Help me!”


DIRECTOR: Stratos Tzortzoglou

DRAMATURGY: Stratos Tzortzoglou,

with Scenes from ‘ films: , ,


CHOREOGRAPHY: Teti Nikolopoulou


SINGER: , sings ‘ song (Psiloritis’ Tear).





“Η Κραυγή -Αναφορά στον γιο μου”
Βασισμένο πάνω στα Ασκητική και Αναφορά στον Γκρέκο του Νίκου Καζαντζάκη.

Η Ασκητική, ένα πρώιμο έργο του Καζαντζάκη, ενώνεται με αποσπάσματα από την Αναφορά στον Γκρέκο, έργο της ωριμότητάς του. Μαζί αποτελούν μια κατάθεση ψυχής που καταγράφει το πνευματικό ταξίδι του Καζαντζάκη μέσα στον χρόνο. Μια Κραυγή, συνειδητότητας και αποκάλυψης ότι τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται. Ταυτότητες, ρόλοι, σχέσεις, συνθήκες, όλα πλάσματα του νου. Η αλήθεια μόνο μπορεί να μας φέρει στο εδώ και τώρα, στο Είναι της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι ο Θεός έξω από εμάς, αναρωτιέται ο Καζαντζάκης, ή ζει μέσα μας, και ποια είναι η αποστολή του Ανθρώπου;
Ο Ασκητής του Καζαντζάκη είναι ανθρώπινος, σωματικός, αδύναμος, ατελής, απροσάρμοστος, ζωντανός, αγωνιστής. Είναι χορευτής, γιατί ο χορός σκοτώνει το Εγώ. Και κάπου εκεί, σε ένα άλλο επίπεδο “ζουν” οι μνήμες, οι οποίες σαν εικόνες-θραύσματα ζωντανεύουν μέσα στον ήρωα, σχηματίζοντας όλο και πιο συναρπαστικές ιστορίες. Ο Ασκητής αποποιεί το Εγώ του, σπάει το είδωλο για να κατανοήσει την ουσία της ύπαρξής του, για να ζήσει συνειδητά. Χωρίς να περιμένει τίποτε. Ελεύθερος. Αυτή είναι η αποστολή του. Μια αποστολή που σαν σκυτάλη θα την παραδώσει στον επόμενο αγωνιστή, κι εκείνος στον επόμενο… Σαν ενα γράμμα κληρονομιάς απο τον πατέρα στον γιο.

FullSizeRender-48 FullSizeRender-21     FullSizeRender-13

Η παράσταση είναι υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού Ελλάδος.

FullSizeRender-63     FullSizeRender-55-2     FullSizeRender-47

Απ. Παύλος “Αγαπη”: Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.

Και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντα μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.

Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.

Είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται, είτε γλώσσαι παύσονται, είτε γνώσις καταργηθήσεται. Εκ μέρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται. Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος έλάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου. Βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην. Νυνί δε μένει πίστις, έλπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα μείζων δε τούτων η αγάπη.

10672432_10205343796648554_6732968438113765084_n   10941835_10205343798088590_1136940234872445250_n   11021075_10205343799248619_7719554796948758462_n

11025134_10205343797208568_3165187886235312952_n   11034255_10205343793968487_6324562425913461675_n

11013242_10205343790168392_1120177647951534748_n   11017052_10205343790768407_7771932172883065971_n

Photos: Christina Kallas (c)

Σκηνοθεσία – Επεξεργασία κειμένου

Επιμέλεια”Αναφορά στον Γκρέκο”

Επιμέλεια Παράστασης

Video Art director

Xορογραφία – Kινησιολογία


Σκηνικά -Κοστούμια :


Σύνθεση πρωτότυπης μουσικής



Tραγούδι: Natalia Puma Ignite Pas Cher Soledad Petsalis


Aκούγεται το “piano in G-minor”, ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠETΣAΛHΣ

Φωτογράφος Παράστασης: Άρης Ρουπινας


Ν.Soledad Petsalis


Assistant director:

Director of photography:

Light designer

Setting designer-costumes:Μ.ΣΔΟΥΓΚΟΣ


Επεξεργασία εικόνας


Backstage documentary


Sound Studio :
Director of photography:


Νatalia Soledad Petsalis


ΧΟΡΟΣ απο την Ομάδα ΡΟΥΦΑΙ,
την Ελένη Σωτηρακοπούλου ως “Whirling Dervish”
και τους Μαρία Θωμοπούλου “Αριαδνη
και Γεράσιμο Κολιός “Μινοταυρος”

Στην οθόνη σκηνές απο ταινίες του
“37 Μνήμες-Εφχες
Απο τη Γη στη Σελήνη ” με την Ειρήνη Τσαγκατάκη

Νομική Σύμβουλος




Ευχαριστω τα Nike Air Max Thea Soldes studio ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ
Για την πολύτιμη αρωγή τους
καθώς και όλους τους συνεργάτες μου που δούλεψαν αφιλοκερδώς και κυρίως με την ψυχή τους!
Στρατος Τζωρτζογλου!

12/2-15/3 New York
Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού
Greek Cultural Center –
26-80 30 street Astoria N.Y 11102
TEL: 718-726-7329

12/4-31/5 Aθήνα
Πολυχώρος AΘHNAIΣ
Kαστόριας 34-36,

10944704_10205343801408673_7944007918824834247_n   11034241_10205343798528601_2573099372651225781_n   alkis on screen   dervish woman   despair hands   flying

Photos: Christina Kallas (c)

Αποσπάσματα απο την “Αναφορά στον Γκρέκο” του Νικου Καζαντζακη

Αν η πραγματικότητα δεν παίρνει τη μορφή που θέμε, εμείς φταίμε.. ό,τι δεν πεθυμήσαμε αρκετά, αυτό το λέμε ανύπαρχτο.. πεθύμησέ το, πότισέ το με το αίμα σου, με τον ιδρώτα και τα δάκρυα, και θα πάρει κορμί. Η πραγματικότητα τίποτ’ άλλο δεν είναι πάρα ή υποταγμένη στην πεθυμιά μας και στον πόνο μας χίμαιρα.

«Τότε μονάχα δυὸ ἀγαπιοῦνται τέλεια, ὅταν ὁ ἕνας φωνάζει τὸν ἄλλο: ὢ ἐγώ μου!»


«Δὲν μποροῦμε ν’ ἀλλάξουμε τὴν πραγματικότητα, λέει ἕνας ἀγαπημένος μου Βυζαντινὸς μυστικός· ἂς ἀλλάξουμε τότε τὸ μάτι ποὺ βλέπει τὴν πραγματικότητα.» Αὐτὸ ἔκανα ὅταν ἤμουν παιδί· αὐτὸ κάνω καὶ τώρα στὶς πιὸ δημιουργικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς μου.

Τί θάματα, ἀλήθεια, εἶναι τὸ μάτι, τὸ αὐτί, τὸ μυαλὸ τοῦ παιδιοῦ, πῶς ρουφοῦν ἀχόρταγα τὸν κόσμο τοῦτο καὶ γεμίζουν! Ἕνα πουλὶ μὲ κόκκινες, πράσινες, κίτρινες φτέρουγες, ὁ κόσμος· καὶ πῶς τὸ κυνηγάει τὸ παιδὶ νὰ τὸ πιάσει!

Ἀληθινά, τίποτα δὲ μοιάζει περισσότερο μὲ τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ ὅσο τὸ μάτι τοῦ παιδιοῦ, πού, γιὰ πρώτη φορά, βλέπει καὶ δημιουργάει τὸν κόσμο. Χάος ἦταν πρωτύτερα ὁ κόσμος, τὰ πλάσματα ὅλα, ζῶα, δεντρά, ἀνθρῶποι, πέτρες, ἔρρεαν ἀξεδιάλυτα μπροστὰ ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ παιδιοῦ, ὄχι μπροστά του, μέσα του, ὅλα, σχήματα, χρώματα, φωνές, μυρωδιές, ἀστραπές, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὰ στερεώσει, νὰ βάλει τάξη. Ὁ κόσμος τοῦ παιδιοῦ δὲν εἶναι καμωμένος ἀπὸ λάσπη ν’ ἀντέχει, εἶναι ἀπὸ σύννεφο, δροσερὸ ἀγεράκι φυσοῦσε ἀπὸ τὰ μελίγγια τοῦ παιδιοῦ κι ὁ κόσμος πύκνωνε, ἀραίωνε κι ἀφανίζουνταν. Ὅμοια, πρὶν ἀπὸ τὴ Δημιουργία, θὰ περνοῦσε κι ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ τὸ χάος.

Ὅταν ἤμουν παιδί, γίνουμουν ἕνα μὲ ὅ,τι ἔβλεπα κι ἄγγιζα·


Ποτὲ δὲν εἶχα δεῖ τὴ μητέρα μου νὰ γελάει· χαμογελοῦσε μόνο, καὶ τὰ βαθουλὰ μαῦρα μάτια της κοίταζαν τοὺς ἀνθρώπους γεμάτα ὑπομονὴ καὶ καλοσύνη. Πηγαινόρχουνταν σὰν πνέμα ἀγαθὸ μέσα στὸ σπίτι, κι ὅλα τὰ πρόφταινε ἀνέκοπα κι ἀθόρυβα, σὰν νά ’χαν τὰ χέρια της μιὰ καλοπροαίρετη μαγικὴ δύναμη, ποὺ κυβερνοῦσε μὲ καλοσύνη τὴν καθημερινὴ ἀνάγκη. Μπορεῖ καὶ νά ’ναι ἡ νεράιδα, συλλογίζουμουν κοιτάζοντάς τη σιωπηλά, ἡ νεράιδα ποὺ λὲν τὰ παραμύθια, καὶ κινοῦσε στὸ παιδικὸ μυαλό μου ἡ φαντασία νὰ δουλεύει: μιὰ νύχτα ὁ πατέρας μου, περνώντας ἀπὸ τὸν ποταμό, τὴν εἶδε νὰ χορεύει στὸ φεγγάρι, χίμηξε, τῆς ἅρπαξε τὸ κεφαλομάντιλο, κι ἀπὸ τότε τὴν ἔφερε σπίτι καὶ τὴν ἔκαμε γυναίκα του. Κι ὁλημέρα τώρα πάει κι ἔρχεται ἡ μάνα μέσα στὸ σπίτι καὶ ψάχνει νὰ βρεῖ τὸ κεφαλομάντιλο, νὰ τὸ ρίξει στὰ μαλλιά της, νὰ γίνει πάλι νεράιδα καὶ νὰ φύγει. Τὴν κοίταζα νὰ πηγαινόρχεται, ν’ ἀνοίγει τὰ ντουλάπια καὶ τὶς κασέλες, νὰ ξεσκεπάζει τὰ πιθάρια, νὰ σκύβει κάτω ἀπὸ τὸ κρεβάτι, κι ἔτρεμα μὴν τύχει καὶ βρεῖ τὸ μαγικὸ κεφαλομάντιλό της καὶ γίνει ἄφαντη. Ἡ τρομάρα αὐτὴ βάσταξε χρόνια καὶ λάβωσε βαθιὰ τὴ νιογέννητη ψυχή μου· κι ἀκόμα καὶ σήμερα ἀποκρατάει μέσα μου, πιὸ ἀνομολόγητη, ἡ τρομάρα ἐτούτη:

παρακολουθῶ κάθε ἀγαπημένο πρόσωπο, κάθε ἀγαπημένη ἰδέα, μὲ ἀγωνία, γιατὶ ξέρω πὼς ζητάει τὸ κεφαλομάντιλό της νὰ φύγει.

Μονάχα μιὰ φορὰ θυμοῦμαι τὴ μητέρα μου νὰ λάμπει παράξενα τὸ μάτι της, νὰ γελάει καὶ νὰ χαίρεται, σὰν ὅταν θά ’ταν ἀνύπαντρη ἢ ἀρραβωνιασμένη. Πρωτομαγιά, εἴχαμε πάει σ’ ἕνα χωριό, στὴ Φόδελε, γεμάτο νερὰ καὶ περβόλια πορτοκαλιές, νὰ κάμει ὁ πατέρας μου μιὰ βάφτιση. Ὁπόταν, ἄξαφνα, σφοδρὴ νεροποντὴ ξέσπασε, γίνηκε ὁ οὐρανὸς νερὸ κι ἄδειασε ἀπάνω στὴ γῆς, κι αὐτὴ κακάριζε, ἄνοιγε καὶ δέχουνταν τ’ ἀρσενικὰ νερὰ βαθιὰ στὸν κόρφο της. Εἶχαν μαζευτεῖ οἱ προύχοντες τοῦ χωριοῦ, μὲ τὶς γυναῖκες τους καὶ τὶς κόρες, στὸ μεγάλο ὀντὰ τοῦ κουμπάρου, ἡ βροχὴ κι οἱ ἀστραπὲς ἔμπαιναν ἀπὸ τὶς χαραμάδες τῆς πόρτας καὶ τῶν παραθυριῶν, ὁ ἀέρας μύριζε πορτοκάλι καὶ χῶμα. Καὶ μπαινόβγαιναν τὰ τραταρίσματα, τὰ κρασιά, τὰ ρακιὰ κι οἱ μεζέδες, πῆρε νὰ βραδιάζει, ἄναψαν τὰ λυχνάρια, οἱ ἄντρες ἦρθαν στὸ κέφι, οἱ γυναῖκες οἱ χαμοβλεποῦσες σήκωσαν τὰ μάτια κι ἄρχισαν νὰ κακαρίζουν σὰν τὶς πέρδικες· κι ὄξω ἀπὸ τὸ σπίτι μούγκριζε ἀκόμα ὁ Θεός, πλήθαιναν οἱ βροντές, τὰ στενὰ δρομάκια τοῦ χωριοῦ εἶχαν γίνει ποτάμια, κατρακυλοῦσαν οἱ πέτρες καὶ χαχάριζαν, εἶχε γίνει ὁ Θεὸς νεροποντὴ κι ἀγκάλιαζε, πότιζε, κάρπιζε τὴ γῆς.

Κι ὁ κύρης στράφηκε στὴ μάνα μου, πρώτη φορὰ εἶδα νὰ τὴν κοιτάζει μὲ τρυφεράδα, κι ἡ φωνή του πρώτη φορὰ εἶχε γλυκάνει:

— Μαργή, τῆς εἶπε, τραγούδηξε.

Τῆς ἔδινε τὴν ἄδεια, μπροστὰ σὲ τόσους ἄντρες, νὰ τραγουδήσει· κι ἐγὼ σηκώθηκα ἀνταρεμένος· δὲν ξέρω γιατί, εἶχα θυμώσει· ἔκαμα νὰ τρέξω στὴ μάνα μου, σὰν νά ’θελα νὰ τὴν προστατέψω· μὰ ὁ κύρης μὲ ἄγγιξε μὲ τὸ δάχτυλό του στὸν ὦμο καὶ μὲ κάθισε κάτω. Κι ἡ μάνα μοῦ φάνηκε ἀγνώριστη, γυάλιζε τὸ πρόσωπό της, σὰν νὰ τὸ ἀγκάλιαζαν ὅλες οἱ βροχὲς κι οἱ ἀστραπές, σήκωσε τὸ λαιμό, καὶ θυμοῦμαι τὰ μακριὰ κορακάτα μαλλιά της λύθηκαν ξαφνικά, τῆς σκέπασαν τὶς πλάτες καὶ κατέβηκαν ὣς τὰ γοφιά της. Κι ἄρχισε… τί φωνὴ ἦταν ἐκείνη, βαθιά, γλυκιά, λίγο βραχνή, ὅλο πάθος· μεσόκλεισε τὰ μάτια της κατὰ τὸν κύρη καὶ τραγούδησε μιὰ μαντινάδα. Δὲ θὰ τὴν ξεχάσω ποτὲ τὴ μαντινάδα αὐτή· τότε δὲν κατάλαβα γιατί τὴν εἶπε, γιὰ ποιὸν τὴν εἶπε· ἀργότερα, σὰν μεγάλωσα, κατάλαβα. Τραγουδοῦσε μὲ τὴ γλυκιά, γεμάτη συγκρατημένο πάθος φωνή της καὶ κοίταζε τὸν πατέρα:

Θαμάζουμαι ὅταν περπατεῖς πῶς δὲν ἀνθοῦν οἱ ροῦγες καὶ πῶς δὲ γίνεσαι ἀιτὸς μὲ τὶς χρυσὲς φτεροῦγες!


Ποτὲ δὲν εἶχα ἀντικρίσει μὲ τρυφεράδα τὸν πατέρα μου· ὁ φόβος ποὺ μοῦ προξενοῦσε ἦταν τόσο μεγάλος, ποὺ ὅλα τ’ ἄλλα, ἀγάπη, σεβασμός, οἰκειότητα, ἐξαφανίζουνταν. Βαρὺς ἦταν ὁ λόγος του, πιὸ βαριὰ ἡ σιωπή του· σπάνια μιλοῦσε· κι ὅταν ἄνοιγε τὸ στόμα του, τὰ λόγια του ἦταν μετρημένα, καλὰ ζυγιασμένα, δὲν μποροῦσες νὰ βρεῖς πάτημα νὰ φέρεις ἀντίλογο· εἶχε πάντα δίκιο, κι αὐτὸ θαρρεῖς τὸν ἔκανε ἄτρωτο. Συχνὰ συλλογίζουμουν: ἄχ, νὰ μὴν εἶχε δίκιο, ἴσως τότε νά ’κανα κόμπο τὴν καρδιά μου νὰ τοῦ ἀντιμιλήσω· μὰ ποτὲ δὲν ἔδινε μιὰ τέτοια ἀφορμή, κι αὐτὸ δὲν μποροῦσες ποτὲ νὰ τὸ συχωρέσεις. Ἕνας δρὺς ἦταν μὲ σκληρὸ κορμό, μὲ τραχιὰ φύλλα, μὲ στυφὸ καρπό, χωρὶς κανέναν ἀνθό· ἔτρωγε ὅλη τὴ δύναμη γύρα του, καὶ στὸν ἴσκιο του κάθε ἄλλο δέντρο κάτσιαζε· ὅμοια κάτσιαζα κι ἐγὼ στὸν ἴσκιο του καὶ δὲν ἤθελα νὰ ζῶ κάτω ἀπὸ τὴν ἀνάσα του· παράφορες ἀνταρσίες ξεσποῦσαν μέσα μου ὅταν ἤμουν νέος, ἤμουν ἕτοιμος νὰ ριχτῶ σ’ ἐπικίντυνες περιπέτειες· μὰ συλλογίζουμουν τὸν κύρη, κι ἡ καρδιά μου κιότευε· νά γιατί, ἀντὶ νὰ γίνω μεγάλος ἀγωνιστὴς στὴν πράξη, ἀναγκάστηκα, ἀπὸ φόβο στὸν κύρη, νὰ γράφω ὅ,τι θά ’θελα νὰ κάμω· τὸ αἷμα μου τὸ εἶχε καταντήσει μελάνι.

Ὅταν, ὕστερα ἀπὸ τρεῖς μέρες, γύρισα στὸ σπιτάκι τῆς ἀκρογιαλιᾶς, ἔνιωθα ἀνομολόγητη, ἀνίερη ἀλάφρωση· ἕνα βάρος εἶχε φύγει ἀπὸ πάνω μου, ἕνας ἴσκιος· κόπηκε τὸ μυστικὸ ἀόρατο σκοινὶ ποὺ μ’ ἔδενε μὲ τὴν ὑποταγὴ καὶ μὲ τὸ φόβο· μποροῦσα τώρα νὰ πῶ καὶ νὰ γράψω καὶ νὰ πράξω ὅ,τι ἤθελα, δὲν εἶχα πιὰ νὰ δώσω λόγο σὲ κανένα ἔφυγε ὁ

κηδεμόνας, ἀποβασίλεψε τὸ μάτι ποὺ ἔβλεπε καὶ δὲ συχωρνοῦσε, σκίστηκε τὸ δουλοχάρτι ἤμουν τώρα λεύτερος, ἀπελεύτερος.

Πολὺ ἀργά εἶχα πιὰ πάρει ἕνα δρόμο, δὲν τὸν διάλεξα, αὐτὸς μὲ διάλεξε, εἶχαν φράξει μπροστὰ καὶ πίσω μου ὅλοι οἱ ἄλλοι δρόμοι, εἶχα βολευτεῖ σὲ ὁρισμένες συνήθειες, σὲ ὁρισμένες συμπάθειες κι ἀντιπάθειες, πολὺ ἀργὰ πιὰ νὰ κάμω ἀπότομη στροφὴ καὶ ν’ ἀλλάξω μέτωπο μάχης. Τὸ δρόμο ποὺ πῆρα ἔπρεπε νὰ τὸν περάσω ὅλο, νὰ φτάσω ὣς τὴν ἄκρα· τίποτα ἄλλο· ὅμως ἕνα κέρδος τώρα μεγάλο· εἶχα ἀλαφρώσει καὶ μποροῦσα πιὰ νὰ περπατῶ ἄνετα κι ὅπως ἐγὼ ἤθελα: τραγουδώντας, γελώντας, σταματώντας, παίζοντας· δὲν ντρέπουμουν, δὲ φοβόμουν πιὰ κανένα. Στὴ ζωή μου ἕνα μονάχα ἄνθρωπο φοβήθηκα, τὸν πατέρα μου· τώρα ποιὸ νὰ φοβηθῶ; Ὅταν ἤμουν μικρὸ παιδί, σήκωνα τὰ μάτια, τὸν κοίταζα καὶ μοῦ φαίνουνταν γίγας· ὅσο μεγάλωνα, ὅλα τὰ πράματα γύρα μου μίκραιναν, ἄνθρωποι, σπίτια, δέντρα· μονάχα αὐτὸς ἀπόμενε πάντα, ὅπως τὸν ἔβλεπα παιδί, γίγας· πυργώνουνταν μπροστά μου καὶ μοῦ ἄκρυβε τὸν ἥλιο. Μάταια ἀπόφευγα νὰ μένω στὸ πατρικὸ σπίτι, στὴ σπηλιὰ τοῦ λιόντα· ρεμπέλευα, ταξίδευα, ρίχνουμουν σὲ δύσκολες πνεματικὲς περιπέτειες· πάντα ἀνάμεσα ἐμένα καὶ στὸ φῶς ὁ ἴσκιος του· ὁδοιποροῦσα κάτω ἀπὸ ἀκατάπαυτη ἔκλειψη ἥλιου.

Σκοτάδια πολλὰ μέσα μου, κύρης πολύς· σὲ ὅλη μου τὴ ζωὴ ἀπελπισμένα μάχουμαι νὰ μετυσιώσω τὰ σκοτάδια αὐτὰ καὶ νὰ τὰ κάμω φῶς, μιὰ στάλα φῶς· ἀγώνας τραχύς, χωρὶς ἔλεος, χωρὶς ἀναπαή, μιὰ στιγμὴ νὰ κουράζουμουν, νὰ σκόλαζα τὸν πόλεμο, ἤμουν χαμένος· κι ἂν ἔβγαινα κάποτε νικητής, τί ἀγωνία καὶ πόσες λαβωματιές! Δὲ γεννήθηκα ἁγνός· μάχουμαι νὰ γίνω. Ἡ ἀρετὴ γιὰ μένα δὲν εἶναι καρπὸς τῆς φύσης μου, εἶναι καρπὸς τοῦ ἀγώνα μου· δὲ μοῦ τὴν ἔδωκε ὁ Θεός, μοχτῶ νὰ τὴν καταχτήσω μὲ τὸ σπαθί μου· τὸ ἄνθος τῆς ἀρετῆς γιὰ μένα εἶναι σωρὸς μετουσιωμένη κοπριά.

Ποτὲ δὲν πῆρε τέλος ὁ πόλεμος αὐτός· ὣς τώρα δὲ νικήθηκα ὁλοκληρωτικά, δὲ νίκησα ὁλοκληρωτικά· πάντα ἀγωνίζουμαι, κι ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ μπορῶ νὰ χαθῶ ὅλος, μπορῶ νὰ σωθῶ ὅλος· ἀκόμα περνῶ τῆς Τρίχας τὸ γιοφύρι ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο.

Η Κρητικη Ματια

Κι ὅμως, ἀλίμονο! τρόπος ἄλλος νὰ μεταδώσουμε στοὺς ἀνθρώπους τὸ μόνο ἀθάνατο μέσα μας, τὸ Ἄχ! ἐτοῦτο, δὲν ὑπάρχει. Οἱ λέξες! οἱ λέξες! Ἄλλη γιὰ μένα σωτηρία, ἀλίμονο, δὲν ὑπάρχει. Δὲν ἔχω στὴν ἐξουσία μου παρὰ εἴκοσι τέσσερα μολυβένια στρατιωτάκια, τὰ εἴκοσι τέσσερα γράμματα τῆς ἀλφαβήτας, θὰ κηρύξω ἐπιστράτεψη, θὰ σηκώσω στρατό, θὰ παλέψω μὲ τὸ θάνατο.

Ξέρω καλὰ πὼς ὁ θάνατος δὲ νικιέται· μὰ ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἡ Νίκη, παρὰ ὁ ἀγώνας γιὰ τὴ Νίκη. Καὶ ξέρω ἀκόμα ἐτοῦτο, τὸ δυσκολότερο: δὲν εἶναι οὔτε ὁ ἀγώνας γιὰ τὴ Νίκη· ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μιὰ μονάχα, ἐτούτη: νὰ ζεῖ καὶ νὰ πεθαίνει παλικαρίσια καὶ νὰ μὴν καταδέχεται ἀμοιβή. Κι ἀκόμα ἐτοῦτο, τὸ τρίτο, ἀκόμα πιὸ δύσκολο: ἡ βεβαιότητα, πὼς δὲν ὑπάρχει ἀμοιβή, νὰ μὴ σοῦ κόβει τὰ ἥπατα παρὰ νὰ σὲ γεμίζει χαρά, ὑπερηφάνια κι ἀντρεία.

Ὅμως γιὰ ἕνα ἤμουν, σὲ ὅλη μου τὴ ζωή, βέβαιος: πὼς ἕνας δρόμος, ἕνας μονάχα, ὁδηγάει στὸ Θεό, ὁ ἀνήφορος. Ποτὲ ὁ κατήφορος, ποτὲ ὁ δρόμος ὁ στρωτός· ὁ ἀνήφορος μονάχα. Πολλὲς φορὲς δίστασα, δὲν μπόρεσα καθαρὰ νὰ ξεχωρίσω τί περιεχόμενο ἔχει ἡ πολυμεταχειρισμένη, ἡ πολυμολεμένη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους λέξη Θεός· ποτὲ δὲ δίστασα γιὰ τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγάει ὣς τὸ Θεὸ — θέλω νὰ πῶ ὣς τὴν ἀνώτατη κορυφὴ τῆς λαχτάρας τοῦ ἀνθρώπου.

Κι ἀκόμα ἐτοῦτο: Τρία πλάσματα τοῦ Θεοῦ πάντα μὲ μαύλιζαν κι ἔνιωθα μαζί τους μιὰ μυστικὴ ἑνότητα· σὰν σύμβολα μοῦ φάνταζαν πάντα καὶ συμβόλιζαν τὴν πορεία τῆς ψυχῆς μου: τὸ σκουλήκι ποὺ γίνεται πεταλούδα, τὸ χελιδονόψαρο ποὺ τινάζεται ἀπὸ τὰ νερὰ

μοχτώντας νὰ ξεπεράσει τὴ φύση του, κι ὁ μεταξοσκούληκας ποὺ κάνει τὸ σπλάχνο του μετάξι.

Κοίταζα τὶς ζωγραφισμένες ταυρομαχίες στοὺς τοίχους, τὴ λυγεράδα καὶ τὴ χάρη τῆς γυναίκας, τὴν ἄσφαλτη δύναμη τοῦ ἀντρός, πῶς ἀντικρίζουν μὲ ἀτρόμητο μάτι τὸ φρενιασμένο Ταῦρο καὶ παίζουν μαζί του· δὲν τὸν σκότωναν ἀπὸ ἀγάπη, ὅπως στὶς ἀνατολίτικες θρησκεῖες, γιὰ νὰ σμίξουν μαζί του εἴτε γιατὶ τοὺς κυρίευε τρόμος καὶ δὲν τολμοῦσαν νὰ τὸν βλέεπουν, παρὰ ἔπαιζαν μαζί του μὲ πεῖσμα, μὲ σεβασμὸ καὶ δίχως μίσος. Μπορεῖ καὶ μ’ εὐγνωμοσύνη· γιατὶ τὸ ἱερὸ τοῦτο πάλεμα μὲ τὸν Ταῦρο ἀκόνιζε τὴ δύναμη τοῦ Κρητικοῦ, καλλιεργοῦσε τὴ σβελτοσύνη καὶ τὴ χάρη τοῦ κορμιοῦ, τὴ φλογερὴ καὶ ψύχραιμη ἀκρίβεια τῆς κίνησης, τὴν πειθαρχία τῆς θέλησης καὶ τὴ δυσκολοαπόχτητη γενναιότητα ν’ ἀντιμετριέται, χωρὶς νὰ κυριεύεται ἀπὸ πανικό, μὲ τὴν τρομακτικιὰ δύναμη τοῦ θεριοῦ. Κι ἔτσι οἱ Κρητικοὶ μετουσίωσαν τὴ φρίκη καὶ τὴν ἔκαμαν ἀψηλὸ παιχνίδι, ὅπου ἡ ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, σ’ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τὴν ἄμυαλη παντοδυναμία, τονώνουνταν καὶ νικοῦσε. Νικοῦσε χωρὶς νὰ ἐξαφανίζει τὸν Ταῦρο, γιατὶ δὲν τὸν θεωροῦσε ὀχτρὸ παρὰ συνεργάτη· χωρὶς αὐτόν, τὸ κορμὶ δὲ θὰ γίνουνταν τόσο εὐλύγιστο καὶ δυνατὸ κι ἡ ψυχὴ τόσο γενναία.

Σίγουρα γιὰ νά ’χεις τὴν ἀντοχὴ νὰ βλέπεις καὶ νὰ παίζεις ἕνα τόσο ἐπικίντυνο παιχνίδι χρειάζεσαι μεγάλη σωματικὴ καὶ ψυχικὴ προπόνηση· μὰ ὅταν μιὰ φορὰ προπονηθεῖς καὶ πάρεις τὸν ἀέρα τοῦ παιχνιδιοῦ, κάθε σου κίνηση πιὰ γίνεται ἁπλή, σίγουρη κι ἄνετη καὶ τὸ μάτι σου κοιτάζει ἀτρόμητα τὸν τρόμο.

Τέτοια ἦταν, συλλογίζουμουν κοιτάζοντας τὴ στορισμένη στοὺς τοίχους προαιώνια πάλη τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Ταύρου — ποὺ σήμερα τὸν λέμε Θεό —, τέτοια ἦταν ἡ Κρητικὴ Ματιά.


Ὅλα στὴν Ἑλλάδα, βουνά, ποταμοί, θάλασσες, πεδιάδες, «ἀνθρωπίζουνται» καὶ μιλοῦν στὸν ἄνθρωπο μιὰ σχεδὸν ἀνθρώπινη γλώσσα. Δὲν τὸν καταπλακώνουν, δὲν τὸν τυραννοῦν· γίνουνται φίλοι του καὶ συνεργάτες. Ἡ θολή, ἀκαταστάλαχτη κραυγὴ τῆς Ἀνατολῆς, περνώντας ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἑλλάδας, καθαρίζει, ἀνθρωπίζεται, γίνεται Λόγος. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι τὸ φίλτρο ποὺ λαγαρίζει μὲ ἀγώνα πολὺ τὸ κτῆνος σὲ ἄνθρωπο, τὴν ἀνατολίτικη σκλαβιὰ σ’ ἐλευτερία καὶ τὴ βάρβαρη μέθη σὲ νηφάλιο λογισμό. Νὰ δώσει πρόσωπο στὸ ἀπρόσωπο, μέτρο στὴν ἀμετρία, ἰσορροπώντας τὶς συγκρουόμενες τυφλὲς δυνάμες, τέτοια ἡ ἀποστολὴ τῆς πολυβασανισμένης στεριᾶς καὶ θάλασσας ποὺ λέγεται Ἑλλάδα.

Ἕνα ἑλληνικὸ τοπίο δὲ δίνει σ’ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες μιὰν ἀφιλόκερδη ἀνατριχίλα ὡραιότητας· ἔχει ἕνα ὄνομα τὸ τοπίο — τὸ λένε Μαραθώνα, Σαλαμίνα, Ὀλυμπία, Θερμοπύλες, Μυστρᾶ — συνδέεται μὲ μιὰν ἀνάμνηση, ἐδῶ ντροπιαστήκαμε, ἐκεῖ δοξαστήκαμε, καὶ μονομιᾶς τὸ τοπίο μετουσιώνεται σὲ πολυδάκρυτη, πολυπλάνητη ἱστορία. Κι ὅλη ἡ ψυχὴ τοῦ Ἕλληνα προσκυνητῆ ἀναστατώνεται. Τὸ κάθε ἑλληνικὸ τοπίο εἶναι τόσο ποτισμένο ἀπὸ εὐτυχίες καὶ δυστυχίες μὲ παγκόσμιο ἀντίχτυπο, τόσο γεμάτο ἀνθρώπινο ἀγώνα, ποὺ ὑψώνεται σὲ μάθημα αὐστηρὸ καὶ δὲν μπορεῖς νὰ τοῦ ξεφύγεις· γίνεται κραυγή, καὶ χρέος ἔχεις νὰ τὴν ἀκούσεις.

Ἀληθινὰ τραγική ’ναι ἡ θέση τῆς Ἑλλάδας· βαριὰ πολὺ ἡ εὐθύνη τοῦ σημερινοῦ Ἕλληνα· ἀπιθώνει στοὺς ὤμους μας ἐπικίντυνο, δυσκολοεκτέλεστο χρέος· καινούριες δυνάμες ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, καινούριες ἀπὸ τὴ Δύση, κι ἡ Ἑλλάδα, ἀνάμεσα πάντα στὶς δυὸ συγκρουόμενες ὁρμές, γίνεται πάλι στρόβιλος. Ἡ Δύση, ἀκολουθώντας τὴν παράδοση τῆς λογικῆς καὶ τῆς ἔρευνας, ὁρμάει νὰ καταχτήσει τὸν κόσμο· κι ἡ Ἑλλάδα, ἀνάμεσά τους, γεωγραφικὸ καὶ ψυχικὸ σταυροδρόμι τοῦ κόσμου, χρέος ἔχει πάλι νὰ φιλιώσει τὶς δυὸ τοῦτες τεράστιες ὁρμές, βρίσκοντας τὴ σύνθεση. Θὰ μπορέσει;

Ἡ φωνὴ σώπασε· περίμενα ἀκόμα, τὰ μάγουλά μου εἶχαν πυροκοκκινίσει ἀπὸ τὴν ντροπὴ καὶ τὸ θυμό· καὶ τότε, ποιὸς μοῦ ’δωκε τὴ δύναμη, ἡ ἴδια ἄραγε ἡ ἔρημος; ν’ ἀσκώσω κεφάλι καὶ ν’ ἀντιμιλήσω;

— Ἔφτασα ὣς τὴν ἄκρα· καὶ στὴν ἄκρα τοῦ κάθε δρόμου βρῆκα τὴν ἄβυσσο.

— Βρῆκες τὴν ἀναξιότητά σου νὰ πᾶς πιὸ πέρα! Ἄβυσσο λέμε ὅ,τι δὲν μποροῦμε νὰ γεφυρώσουμε. Δὲν ὑπάρχει ἄβυσσος, δὲν ὑπάρχει ἄκρα· ὑπάρχει μονάχα ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, κι αὐτὴ δίνει ὀνόματα στὰ πάντα, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντρεία ἢ τὴν ἀναντρία της. Ὁ Χριστός, ὁ Βούδας, ὁ Μωυσῆς, βρῆκαν ἄβυσσο· μὰ ἔριξαν γεφύρι καὶ πέρασαν. Καὶ πίσω τους περνοῦν, αἰῶνες τώρα, τ’ ἀνθρώπινα κοπάδια.

— Ἄλλος γίνεται ἥρωας τοῦ Θεοῦ, ἄλλος μὲ τὸν ἐδικό του ἀγώνα· ἀγωνίζουμαι.
Γέλιο τρομακτικὸ ξέσπασε δεξά, ζερβά μου καὶ μέσα μου:
— Ἥρωας; Μὰ ἥρωας θὰ πεῖ πειθαρχία σὲ ἀνώτερο ἀπὸ τὸ ἄτομο ρυθμό. Κι ἐσύ ’σαι

ἀκόμα ὅλος ἀνησυχία καὶ ρεμπελιό. Δὲν μπορεῖς νὰ ὑποτάξεις τὸ χάος μέσα σου καὶ νὰ δημιουργήσεις τὸν ἀκέραιο Λόγο· καὶ κλαψουρίζοντας δικαιολογιέσαι: «Δὲ χωρῶ στὶς φόρμες τὶς παλιές…» Μὰ προχωρώντας στὸ στοχασμὸ ἢ στὴν πράξη θὰ μποροῦσες νὰ φτάσεις στὰ σύνορα τὰ ἠρωικά, ὅπου ἄνετα νὰ χωροῦν καὶ νὰ δουλεύουν δέκα ψυχὲς σὰν τὴν ψυχή σου. Θὰ μποροῦσες, παίρνοντας φόρα ἀπὸ τὰ γνωστὰ σύμβολα μιᾶς θρησκείας, νὰ ὁρμήσεις σὲ δικές σου θεϊκὲς ἀπόπειρες καὶ νὰ δώσεις αὐτὸ ποὺ ζητᾶς καὶ δὲν τὸ ξέρεις: συγχρονισμένη μορφὴ στὰ αἰώνια πάθη τοῦ Θεοῦ καὶ του ἀνθρώπου.

— Εἶσαι ἄδικος· ἡ καρδιά σου δὲ γνωρίζει ἔλεος. Σὲ ξανάκουσα, ὢ ἀνελεήμονη φωνή, σὲ κάθε σταυροδρόμι ὅπου στέκουμουν γιὰ νὰ διαλέξω.

— Θὰ μὲ ἀκοῦς πάντα, σὲ κάθε σου φυγή.

— Ποτὲ δὲν ἔφυγα· πάντα προχωρῶ, παρατώντας ὅ,τι ἀγάπησα, καὶ ξεσκίζεται ἡ καρδιά μου.

— Ὣς πότε;
— Ὣς νὰ φτάσω στὴν κορφή μου· ἐκεῖ θ’ ἀναπαυτῶ.

— Κορφὴ δὲν ὑπάρχει· ὑπάρχει μονάχα ὕψος. Ἀνάπαψη δὲν ὑπάρχει· ὑπάρχει μονάχα ἀγώνας. Τί γουρλώνεις τὰ μάτια ξαφνιασμένος; Ἀκόμα δὲ μὲ γνώρισες; Θαρρεῖς πὼς εἶμαι ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ; ὄχι, εἶμαι ἡ φωνή σου· ταξιδεύω πάντα μαζί σου, δὲ σὲ ἀφήνω· ἀλίμονο νὰ σὲ ἄφηνα μονάχο! Μιὰ φορά,ὅταν πάλι πετάχτηκα θυμωμένη ἀπὸ τὸ σπλάχνο σου, μοῦ ’δωκες ἕνα ὄνομα καὶ τὸ κρατῶ, μοῦ ἀρέσει· εἶμαι ἡ Τίγρη ἡ Συνταξιδιώτισσα.

ἀρχαῖο ἐπιτύμβιο:

ἕνας γυμνὸς πολεμιστής, ποὺ δὲν παράτησε μήτε στὸ θάνατο τὴν περικεφαλαία, ἔχει γονατίσει τὸ δεξό του πόδι καὶ μὲ τὶς δυὸ παλάμες του σφίγγει τὸ στῆθος, κι ἕνα ἤρεμο χαμόγελο διανεύει γύρα ἀπὸ τὰ κλειστά του χείλια. Ἡ χαριτωμένη κίνηση τοῦ δυνατοῦ κορμιοῦ εἶναι τέτοια ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις — χορὸς εἶναι ἐτοῦτος ἢ θάνατος; Ἢ χορὸς ἀντάμα καὶ θάνατος;

Καὶ θάνατος νά ’ναι, εἶπα ξεθαρρεμένος ἀπὸ τὸ χαρούμενο ἥλιο, ποὺ ἔπεφτε ἀπάνω στὸν πολεμιστὴ καὶ τὸν ζωντάνευε, καὶ θάνατος νά ’ναι, ἐμεῖς θὰ τὸν κάμουμε χορό· ἐμεῖς, καρδιά μου, ἂς τοῦ δώσουμε τὸ αἷμα μας νὰ ζωντανέψει· ἂς κάμουμε ὅ,τι μποροῦμε νὰ ζήσει λίγο ἀκόμα ὁ ἐξαίσιος αὐτὸς φαγάς, πιοτής, δουλευταράς, γυναικὰς κι ἀλήτης. Ὁ χορευτής, ὁ πολεμιστής. Ἡ πιὸ πλατιὰ ψυχή, τὸ πιὸ σίγουρο σῶμα, ἡ πιὸ λεύτερη κραυγὴ ποὺ γνώρισα στὴ ζωή μου…


Μὰ ἡ Φατουμὲ αὐτὴ χανούμη εἶχε ἕνα κοριτσάκι, ὣς τεσσάρων χρονῶν, ἐγὼ θά ’μουν τριῶν, τὴν Ἐμινέ, κι αὐτὴ ἔβγαζε μιὰ παράξενη μυρωδιά, μήτε τούρκικη μήτε ρωμαίικη, καὶ μοῦ ἄρεσε πολύ. Ἡ Ἐμινὲ ἦταν ἄσπρη, στρουμπουλή, μὲ ψιλὰ ψιλὰ κοτσιδάκια τὰ μαλλιά της, κι ἀπὸ τὸ κάθε κοτσιδάκι κρέμουνταν, γιὰ νὰ μὴν τὴν πιάνει τὸ κακὸ μάτι, ἕνα κοχύλι ἢ ἕνα γαλάζιο πετραδάκι, κι οἱ φοῦχτες της κι οἱ πατοῦσες της ἦταν βαμμένες μὲ κινά· μύριζε μοσκοκάρυδο.

Ἤξερα πότε ἔλειπε ἡ μάνα της ἀπὸ τὸ σπίτι, ἔβγαινα τότε στὴν ξώπορτα, τὴν ἔβλεπα νὰ κάθεται στὸ κατώφλι της καὶ νὰ μασάει μαστίχα. Τῆς ἔκανα νόημα πὼς θά ’ρθω· μὰ εἶχε τρία σκαλοπάτια ἡ πόρτα της, ποὺ μοῦ φαίνουνταν πανύψηλα — πῶς νὰ σκαρφαλώσω; Ἵδρωνα, ξίδρωνα, καβαλίκευα ὕστερα ἀπὸ ἀγώνα τὸ πρῶτο· κι ὕστερα, νέος ἀγώνας ν’ ἀνέβω τὸ δεύτερο· σταματοῦσα μιὰ στιγμὴ νὰ πάρω ἀνάσα, σήκωνα τὰ μάτια καὶ τὴν κοίταζα· κάθουνταν ἀδιάφορη στὸ κατώφλι καὶ δὲν ἅπλωνε τὸ χέρι νὰ μοῦ δώσει βοήθεια· μὲ κοίταζε ἀσάλευτη καὶ περίμενε. Θαρρεῖς καὶ μοῦ ’λεγε: «Ἂν μπορεῖς νὰ νικήσεις τὰ ἐμπόδια, πάει καλά· θὰ μὲ φτάσεις καὶ θὰ παίξουμε· ἂν δὲν μπορεῖς, γύρνα πίσω!» Μὰ τέλος, ὕστερα ἀπὸ πολὺ ἀγώνα νικοῦσα, ἔφτανα στὸ κατώφλι ὅπου κάθουνταν· σηκώνουνταν τότε, μ’ ἔπαιρνε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μ’ ἔμπαζε μέσα. Ἡ μάνα της ἔλειπε ὅλο τὸ πρωί, ξενοδούλευε· κι εὐτὺς βγάζαμε τὰ καλτσάκια μας, ξαπλώναμε χάμω τ’ ἀνάσκελα καὶ κολνούσαμε τὶς γυμνὲς πατοῦσες μας. Δὲ βγάζαμε ἄχνα· σφαλνοῦσα τὰ μάτια κι ἔνιωθα τὴ ζεστασιὰ τῆς Ἐμινὲς νὰ περνάει ἀπὸ τὶς πατοῦσες της στὶς πατοῦσες μου, ν’ ἀνηφορίζει σιγὰ σιγὰ στὰ γόνατά μου, στὴν κοιλιά, στὸ στῆθος, νὰ μὲ γεμίζει· ἔνιωθα μιὰ τόσο βαθιὰ ἡδονή, πού, θαρρῶ, θὰ λιποθυμοῦσα… Ποτέ, σὲ ὅλη μου τὴ ζωή, ἡ γυναίκα δὲ μοῦ ’δωκε χαρὰ δριμύτερη· ποτὲ δὲν ἔνιωσα τόσο βαθιὰ τὸ μυστήριο τῆς ζέστας τοῦ γυναίκειου κορμιοῦ· καὶ τώρα ἀκόμα, ὕστερα ἀπὸ ἑβδομήντα χρόνια, σφαλνῶ τὰ μάτια καὶ νιώθω ἀπὸ τὶς πατοῦσες μου ν’ ἀνεβαίνει καὶ νὰ διακλαδίζεται, σὲ ὅλο μου τὸ κορμί, σὲ ὅλη μου τὴν ψυχή, ἡ ζεστασιὰ τῆς Ἐμινές.

Χορὸς καὶ Σουρμελίνα

καὶ τρόμος ἔσμιξαν ἀπὸ τότε μέσα μου, ἔγιναν ἕνα· χορός, γυναίκα καὶ θάνατος. Ὕστερα ἀπὸ σαράντα χρόνια στὴν Τιφλίδα, στὴν ἀψηλὴ ταράτσα τοῦ ξενοδοχείου «Ὀριέντ», μιὰ Ἰντιάνα σηκώθηκε νὰ χορέψει. Ἔλαμπαν τ’ ἄστρα ἀπὸ πάνω της, ἀφώτιστη ἡ ταράτσα καὶ γύρα μιὰ δεκαριὰ ἄντρες καὶ δὲν ἔβλεπες παρὰ τὶς μικρὲς κόκκινες φωτίτσες ἀπὸ τὰ τσιγάρα τους. Φορτωμένη βραχιόλια, σκουλαρίκια, πετράδια, χρυσοὺς χαλκάδες στοὺς ἀστραγάλους της, ἡ γυναίκα χόρευε ἀργά, μὲ μιὰ τρομάρα μυστικιά, θαρρεῖς καὶ χόρευε στὴν ἄκρα τοῦ γκρεμοῦ ἢ τοῦ Θεοῦ, κι ἔπαιζε μαζί του, ζύγωνε, ἀλάργαινε, τὸν προκαλοῦσε κι ἔτρεμε σύγκορμη, μὴν πέσει. Κάποτε ἀπόμενε ἀσάλευτη, καὶ μονάχα τὰ μπράτσα της σὰν δυὸ φίδια τυλίγουνταν καὶ ξετυλίγουνταν κι ἔσμιγαν ἐρωτικὰ στὸν ἀέρα. Οἱ κόκκινες φωτίτσες ἔσβησαν, ἀπόμειναν μονάχα σὲ ὅλη τὴν ἀπέραντη νύχτα ἡ γυναίκα ἐτούτη ποὺ χόρευε κι ἀπὸ πάνω της τ’ ἄστρα. Χόρευαν κι αὐτὰ μαζί της, ἀκίνητα. Κρατούσαμε ὅλοι τὴν ἀνάσα. Κι ἄξαφνα μὲ κυρίεψε τρόμος· δὲν ἦταν ἐτούτη μιὰ γυναίκα ποὺ χόρευε στὴν ἄκρα τοῦ γκρεμοῦ, ἦταν ἡ ἴδια ἡ ψυχή μας ποὺ ἐρωτοτροποῦσε κι ἔπαιζε μὲ τὸ θάνατο.


Κρίσιμη ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πατρικὴ γῆς. Σπάζει ἡ βολικιὰ μπαμπέσικη κρούστα, ἀνοίγει ἡ καταπαχτή, βουρκολακιάζουν καὶ πηδοῦν στὴ συνείδηση ὅλη οἱ κάποτε πιθανοὶ ἑαυτοί μας ποὺ τοὺς σκοτώσαμε, ὅλα τὰ καλύτερα ἐγὼ ποὺ μπορούσαμε νὰ γίνουμε καὶ δὲ γίναμε, ἀπὸ τεμπελιά, κακομοιριὰ κι ἀναντρία.

Καὶ τὸ μαρτύριο αὐτὸ γίνεται ἀκόμα πιὸ ἀβάσταχτο, ὅταν ἡ πατρική σου γῆς εἶναι ζόρικη κι ἀβόλευτη. Ὅταν τὰ βουνά της κι οἱ θάλασσες κι οἱ ψυχές, ποὺ πλάστηκαν ἀπὸ τέτοιους βράχους καὶ τέτοια ἁρμύρα, δὲ σοῦ ἐπιτρέπουν οὔτε στιγμὴ νὰ βολευτεῖς, νὰ γλυκαθεῖς, νὰ πεῖς: «Φτάνει!» Τούτη ἡ Κρήτη ἔχει κάτι τὸ ἀπάνθρωπο· δὲν ξέρω ἂν ἀγαπάει καὶ γι’ αὐτὸ τυραννάει τὰ παιδιά της, ἕνα μονάχα ξέρω: τὰ μαστιγώνει ἴσαμε τὸ αἷμα.

Τίποτα λοιπὸν δὲν πῆγε χαμένο; Οἱ πνεματικές μου περιπλάνησες καὶ λοξοδρομίες, ἡ καθεμιὰ χωριστὰ φάνταζε χαμένος καιρὸς κι ἄπηχτο, ἀναρχούμενο μυαλό· μὰ ὅλες μαζί, τώρα τὸ βλέπω, ἀποτελοῦσαν ἄσφαλτη εὐθεία γραμμή, ποὺ κάτεχε πὼς μονάχα λοξοδρομώντας μποροῦσε ἀπάνω στὴν ἀνώμαλη ἐτούτη γῆς νὰ προχωρήσει. Κι οἱ ἀπιστίες μου στὶς μεγάλες ἰδέες, ποὺ διαδοχικὰ μὲ γοήτευαν, μὲ ἀπογοήτευαν καὶ τὶς παρατοῦσα, ὅλες μαζὶ ἀποτελοῦσαν ἀκλόνητη πίστη στὴν οὐσία. Θαρρεῖς κι ἡ Τύχη, πῶς νὰ τὴν ποῦμε; ὄχι Τύχη, Μοίρα, ἔχει μάτια καὶ συμπόνια, μὲ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ ὁδηγοῦσε. Καὶ τώρα μονάχα κατάλαβα ποῦ μὲ ὁδηγοῦσε καὶ τί ζητοῦσε ἀπὸ μένα: ν’ ἀκούσω τὴν Κραυγὴ τοῦ μελλούμενου, νὰ πασκίσω νὰ μαντέψω τί θέλει, γιατί φωνάζει καὶ κατὰ ποῦ μᾶς καλνάει νὰ πᾶμε.
Τὸ αἷμα, ὅλο χαρὰ κελαρύζοντας, ἀναρρόησε στὸ κεφάλι μου· πῆρα τὴν πένα καὶ χάραξα ἀπάνω ἀψηλὰ στὸ χαρτὶ τὸ χαρούμενο μοτίβο τοῦ στερνοῦ κρίσιμου ἔργου ποὺ ἀρχινοῦσα:Γειά σου, μωρὲ ἄνθρωπε, δίποδο μαδημένο πετειναράκι! Εἶναι ἀλήθεια, καὶ μὴν ἀκοῦς, ἂν δὲ λαλήσεις ἐσὺ τὸ πρωί, ἥλιος δὲ βγαίνει!


… τὸ πάλεμά μας μὲ τὸ Θεό. Ποιὸ Θεό; Τὴν ἄγρια κορυφὴ τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀκατάπαυτα τὴ φτάνουμε κι ἀκατάπαυτα τινάζεται αὐτὴ κι ἀνεβαίνει πιὸ ἀπάνω. «Παλεύει κανεὶς μὲ τὸ Θεό; μὲ ρώτησαν μιὰ μέρα οἱ ἀνθρῶποι μὲ σαρκασμό. —Μὲ ποιὸ ἄλλο θέτε νὰ παλεύουμε;» τοὺς ἀποκρίθηκα. Ἀλήθεια, μὲ ποιὸ ἄλλο;

Νά γιατί ὅλη μας ἡ ζωή, παππού, ἦταν ἀνήφορος· ἀνήφορος καὶ γκρεμὸς κι ἐρημία· κινήσαμε μὲ πολλοὺς συναγωνιστές, μὲ ἰδέες πολλές, συνοδεία μεγάλη· μὰ ὅσο ἀνηφορίζαμε κι ἰδέες κι ἐλπίδες μᾶς ἀποχαιρετοῦσαν, λαχάνιαζαν, δὲν ἤθελαν, δὲν μποροῦσαν ν’ ἀνέβουν πιὸ ἀπάνω· κι ἀπομέναμε μονάχοι μὲ τὰ μάτια καρφωμένα στὴν Κινούμενη Μονάδα, στὴ μετατοπιζόμενη κορφή. Δὲ μᾶς κινοῦσε ἡ ἀλαζονεία, μήτε ἡ ἁπλοϊκὴ βεβαιότητα πὼς θὰ σταθεῖ μιὰ μέρα ἡ κορφὴ καὶ θὰ τὴ φτάσουμε· μήτε κι ἂν τὴ φτάναμε, πὼς θὰ βροῦμε ἐκεῖ ἀπάνω τὴν εὐτυχία, σωτηρία καὶ Παράδεισος γιὰ μᾶς ἦταν ἡ ἀνάβαση.
Καμαρώνω τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, καμιὰ δύναμη οὐρανοῦ καὶ γῆς δὲν εἶναι τόσο μεγάλη· κουβαλοῦμε μέσα μας τὴν παντοδυναμία καὶ δὲν τὸ ξέρουμε· καταπλακώνουμε τὴν ψυχή μας μὲ κρέατα καὶ ξίγκια καὶ πεθαίνουμε χωρὶς νὰ μάθουμε τί εἴμαστε καὶ τί μποροῦμε. Ποιὰ ἄλλη δύναμη στὸν κόσμο μπορεῖ νὰ δεῖ κατάματα, χωρὶς νὰ τυφλωθεῖ, τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τοῦ κόσμου; Στὴν ἀρχή, ὅπως κηρύχνουν οἱ ψυχὲς οἱ καταπλακωμένες ἀπὸ τὰ ξίγκια καὶ τὰ κρέατα, δὲν ἦταν ὁ Λόγος μήτε ἡ Πράξη· μήτε τὸ χέρι τοῦ Δημιουργοῦ γεμάτο ζωοδόχα λάσπη· στὴν ἀρχὴ ἦταν ἡ Φωτιά. Καὶ στὸ τέλος δὲν εἶναι ἡ ἀθανασία, ἡ ἀνταμοιβή, ὁ Παράδεισος μήτε ἡ Κόλαση· στὸ τέλος εἶναι ἡ Φωτιά. Ἀνάμεσα στὶς δυὸ αὐτὲς φωτιὲς ὁδεύαμε, ἀγαπημένε παππού, κι οἱ δυό μας, καὶ μαχόμασταν, ἀκολουθώντας τὴν ἐντολὴ τῆς Φωτιᾶς, συνεργαζόμενοι μαζί της, νὰ κάμουμε τὴ σάρκα φλόγα, τὴ σκέψη φλόγα, τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀπελπισιά, τὴν τιμή, τὴν ἀτιμία, τὴ δόξα, φλόγα. Ἐσὺ πήγαινες μπροστὰ κι ἐγὼ σὲ ἀκολουθοῦσα· ἐσὺ μ’ ἔμαθες πὼς ἡ μέσα μας φλόγα, ἀντίθετα μὲ τὴ φύση τῆς σάρκας, μπορεῖ ὅλο καὶ νὰ φουντώνει μὲ τὰ χρόνια. Γι’ αὐτό, σ’ ἔβλεπα καὶ σὲ καμάρωνα, ὅσο γερνοῦσς ἀγρίευες· ὅσο ζύγωνες στὴν ἄβυσσο ἀντρειεύουσουν· κι ἔριχνες τὰ κορμιά, ἁγίους, ἀρχόντους, καλογέρους, στὸ καμίνι τοῦ ματιοῦ σου, τοὺς ἔλιωνες σὰν μέταλλα, τοὺς καθάριζες ἀπὸ τὴ σκουριά τους καὶ ξελαγάριζες τὸ καθαρὸ χρυσάφι τὴν ψυχή τους· ποιὰ ψυχή; τὴ φλόγα — καὶ τὴν ἔσμιγες μὲ τὴν πυρκαγιὰ ποὺ μᾶς γέννησε καὶ μὲ τὴν πυρκαγιὰ ποὺ θὰ μᾶς φάει.

Μᾶς κατηγόρησαν οἱ φρόνιμοι πὼς κάναμε περίσσια μεγάλα τὰ φτερὰ τῶν ἀγγέλων κι εἴχαμε τὴν ἀναίδεια νὰ θέμε νὰ ρίξουμε πέρα ἀπὸ τὰ σύνορα τοῦ ἀνθρώπου τὴ σαΐτα· μὰ δὲν ἤμασταν ἐμεῖς ποὺ θέλαμε νὰ ρίξουμε πέρα ἀπὸ τὰ σύνορα τὴ σαΐτα· ἕνας δαίμονας μέσα μας, ἂς τὸν ποῦμε Ἑωσφόρο, γιατὶ φέρνει τὸ φῶς, αὐτὸς μᾶς ἔσπρωχνε· αὐτὸς ἤθελε νὰ ξεπεράσει τὰ σύνορα τοῦ ἀνθρώπου, νὰ πάει δὲν ξέραμε κι ἐμεῖς ποῦ· τοῦτο ξέραμε μονάχα: πιὸ ἀπάνω.

kravgi   rock star   sophia kravgi   stratos   taurus

Photos: Christina Kallas (c)



© Stratos Tzortzoglou - All rights reserved